Την ξέρουμε την κίσσα (Garrulus glandarius)?

 

Η Κίσσα είναι στρουθιόμορφο πτηνό της οικογενείας των Κορακιδών, που απαντά και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Garrulus glandarius.

Το όνομά της έχει «καταχραστεί» -εν πολλοίς αδικαιολόγητα- η καρακάξα, παρόλο που, ενώ ανήκουν στην ίδια οικογένεια, ουδόλως μοιάζουν μεταξύ τους.

Η λατινική επιστημονική ονομασία του γένους, Garrulus, προέρχεται από το ρήμα garrio «ομιλώ ακατάπαυστα, φλυαρώ»

Ο όρος glandarius στην επιστημονική ονομασία του είδους είναι αμιγής λατινικός και προέρχεται από το ουσιαστικό glans, -daris «βάλανος, βελανίδι». Επομένως, σημαίνει «αυτός που σχετίζεται με/που αναφέρεται στα βελανίδια» και όχι «αυτός που τρώει βελανίδια».

Στην Ελλάδα, η κίσσα απαντά σε όλη σχεδόν την επικράτεια ως καθιστικό, μόνιμο πτηνό. Το ίδιο ισχύει για την Κρήτη, αν και σπάνιο, ενώ στην Κύπρο είναι κοινό, ενδημικό είδος.

Στην Κ. Ευρώπη, κατά την διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου, εγκαθίστανται σε φυλλοβόλα, μικτά και κωνοφόρα δάση, κατά προτίμηση στα μεγάλα φωτεινά ξέφωτα.

Στην Ελλάδα, οι κίσσες είναι κοινές σε περιοχές με ανοικτές ή λίγο κλειστές δενδρώδεις εκτάσεις, ιδιαίτερα εκείνες με βελανιδιές.
Ωστόσο, απαντούν και σε δάση με οξιές, καστανιές και κάποια κωνοφόρα. Πάντως, δεν αγαπούν ιδιαίτερα τις πεδινές θέσεις με κοινά πεύκα, εκτός εάν υπάρχουν και βελανιδιές, στην περιοχή.

Μάλλον μικρό σε μέγεθος αλλά το πιο πολύχρωμο κορακοειδές στην οικογένεια (Κορακίδες).

Έχει από τα πιο αναγνωρίσιμα μεμονωμένα φτερά στα πουλιά της Ευρώπης…

Όπως όλα τα κορακοειδή, οι κίσσες είναι παμφάγα πτηνά, τρώγοντας οτιδήποτε διαθέσιμο, από έντομα , μικρά σπονδυλόζωα (βατράχους, τρωκτικά, πολύ μικρά κουνέλια) και νυχτερίδες, μέχρι πουλιά, αβγά και νεοσσούς άλλων ειδών και, βέβαια και θνησιμαία (ψοφίμια).

Παρά το ευρύ φάσμα τροφής, οι κίσσες δείχνουν, συχνά, επιλεκτικές. Το φαγητό δοκιμάζεται στην αρχή πριν από την κατανάλωση και κολλώδη υλικά ή τριχωτά έντομα, συχνά απορρίπτονται. Επίσης, είναι πολύ επιφυλακτικές στα έντομα με εντυπωσιακά χρώματα, δείγμα ότι περιέχουν τοξικές ουσίες.

Μερικές φορές, παρατηρήθηκε ότι οι κίσσες κλεπτοπαρασιτούν άλλα είδη πτηνών, όπως δρυοκολάπτες ή κάνουν χρήση των αποθηκευμένων τροφίμων των σκίουρων.

Οι κίσσες συνηθίζουν να αποθηκεύουν το περίσσευμα της τροφής, καθ’ όλη την διάρκεια του έτους, κυρίως βελανίδια και άλλους ξηρούς καρπούς δένδρων.

Μάλιστα, στην αιχμή της καρποφορίας τον Οκτώβριο, περνούν συχνά 10 με 11 ώρες την ημέρα συλλέγοντας καρούς.

Συνήθως συλλέγονται 5 έως και 10 βελανίδια στο λαιμό και μεταφέρονται σε θέσεις όπου αποθηκεύονται, κατά προτίμηση σε επιφάνειες στις άκρες των δασών και τα ξέφωτα. Οι καρποί αποθηκεύονται σε σωρούς πεσμένων φύλλων, σε τρύπες ή ρίζες δένδρων, μέσω μικρών ραμφισμάτων και, στη συνέχεια, καλύπτονται. Κατά την ανάκτηση των αποθεμάτων τους, οι κίσσες προσανατολίζονται από σημάδια στον χώρο έτσι, ώστε να μπορούν να τα αποκαλύπτουν με εκπληκτική ακρίβεια, ακόμη και κάτω από παχύ στρώμα χιονιού.

Μελέτη έδειξε ότι, σε ένα 20-ήμερο συλλογής, μία κίσσα είναι ικανή να μαζεύει μέχρι 2.200 βελανίδια, δηλαδή περίπου 11 κιλά καρπών. Άλλες μελέτες δίνουν βελανίδια 4.600 – 5.000 ανά πτηνό, για όλη την περίοδο συλλογής.

Παρά το εντυπωσιακό, πολύχρωμο πτέρωμα που διαθέτει, η κίσσα δεν παρατηρείται εύκολα στον οικότοπό της, λόγω της επιφυλακτικής και κρυπτικής φύσης του χαρακτήρα της. Είναι ημερόβιο πτηνό που, δύσκολα προσεγγίζεται και σπάνια εκτίθεται σε κοινή θέα.

Περιφέρεται μοναχικά, αλλά είναι γνωστό ότι, σχηματίζει μικρές ομάδες που θορυβούν ακατάπαυστα, ιδιαίτερα κατά την διάρκεια του χειμώνα, ή όταν αναζητούν βελανίδια.

Γενικά, το είδος δεν κινδυνεύει σε παγκόσμιο επίπεδο και αξιολογείται ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC) από την IUCN.

Η Κίσσα απαντά στον ελλαδικό χώρο και με τις ονομασίες Βαλανίδα (Μακεδονία), Μελάβη και Μπλάβη (Μακεδονία, Ήπειρος), Πρασινοπούλι (Μακεδονία) και Χρυσοκαρακάξα.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Κάνε μια απλή πράξη. *