Αετομάχος (Lanius collurio).


Ωδικό πουλί με συμπεριφορά αρπακτικού, όπως όλοι οι κεφαλάδες. Kαλοκαιρινός επισκέπτης, φωλιάζει σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα και σε ορισμένα νησιά.
Ο αρσενικός Αετομάχος έχει πυρόξανθο φτέρωμα στη ράχη του ενώ το πρόσωπό του αυλακώνεται από μια φαρδιά και χαρακτηριστική μαύρη λωρίδα. Ο λαιμός, τα μάγουλα και το φρύδι έχουν χρώμα λευκό.

Το θηλυκό, σε αντίθεση με τα αρσενικό δεν έχει γκρίζο κεφάλι, ούτε διαθέτει μαύρη μάσκα στο πρόσωπο. Η κορυφή του κεφαλιού είναι κοκκινωπή-καφέ, ενώ ο τράχηλος έχει πιο πολύ καφέ-γκρι χρώμα.

Στους αετομάχους εμφανίζεται έντονος φυλετικός διμορφισμός. Επίσης οι χρωματισμοί του πτερώματος διαφέρουν όχι μόνον ανάμεσα στα αρσενικά και τα θηλυκά, αλλά ακόμη και μέσα στο ίδιο φύλο και στον ίδιο αναπαραγωγικό πληθυσμό, εμφανίζοντας αξιοσημείωτη διαφοροποίηση.

Θα τον συναντήσουμε σε ανοιχτές περιοχές με θάμνους αλλά και σε ξέφωτα του δάσους, να καραδοκεί όχι μόνο για έντομα αλλά και για ποντίκια, βατράχια και μικρά πουλιά. Γεννάει 5-6 αβγά, τα οποία κλωσάει το θηλυκό επί 13-16 μέρες. Οι νεοσσοί δέχονται τη στοργική φροντίδα του ζευγαριού και κάνουν το πρώτα πετάγματα από τη φωλιά μετά από δύο εβδομάδες.

Το χαρακτηριστικό πρόσωπο του αετομάχου, η τόλμη του και, κυρίως η χαρακτηριστική του συνήθεια να «αποθηκεύει» τη λεία του καρφώνοντάς την πάνω σε αιχμηρά αντικείμενα, ανέκαθεν κινούσαν το ενδιαφέρον του επιστημονικού κόσμου και όχι μόνον.

Η τεχνική της αναμονής από σταθερό πόστο, κατά κύριο λόγο χρησιμοποιείται για το κυνήγι μικρών θηλαστικών, αλλά και σε έντομα όπως σκαθάρια και ακρίδες. Η επίθεση στο θήραμα πραγματοποιείται στο έδαφος και σε απόσταση 10 μέτρων, περίπου, από το πόστο.

Το κυριότερο από τα στοιχεία ηθολογίας του αετομάχου όπως είπαμε προηγουμένως, αποτελεί η ενστικτώδης συνήθειά του να «αποθηκεύει» τη λεία του για τις δύσκολες εποχές, αλλά με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο: το πουλί καρφώνει στην κυριολεξία το νεκρό θήραμα πάνω σε οποιοδήποτε αιχμηρό υπάρχει στην περιοχή όπου συχνάζει, συνήθως πάνω στα μεγάλα αγκάθια των θάμνων, ή πάνω στις αιχμηρές ακίδες συρματοπλεγμάτων από τους εκεί φράκτες.

Στην κατασκευή της φωλιάς συμμετέχουν και τα δύο φύλα, κυρίως όμως το θηλυκό και ολοκληρώνεται μετά από 4-6 ημέρες, περίπου.

Οι κυριότεροι θηρευτές της φωλιάς του αετομάχου είναι τα αρπακτικά πτηνά, ιδιαίτερα οι Κορακίδες (κίσσες και καρακάξες), πιο σπάνια κάποια θηλαστικά, όπως γάτες, μουστελίδες και τρωκτικά. Σε σπάνιες περιπτώσεις η φωλιά καταστρέφεται από μυρμήκια.

Η IUCN, προς το παρόν κατατάσσει το είδος ως «Ελαχίστης Ανησυχίας» (LC), αλλά σε αρκετά ευρωπαϊκά κράτη το είδος απειλείται, τουλάχιστον ως αναπαραγωγικό πτηνό.

Στον ελλαδικό χώρο o Αετομάχος απαντά και με τις ονομασίες: Αητομάχος (Παρνασσός), Δαγκάνι (Λεσίνι Αιτωλίας), Δάγκος, Κρεουργός, Λιάρος, Μαυρομμάτης, Μουροχάβης, Κοκκινοραχοκεφαλάς και Μαυροκεφαλάς. Τέλος, στην Κυπρο αποκαλείται Στακτοτζεφαλάς.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Κάνε μια απλή πράξη. *